ἅμα

ἅμα
Grammatical information: prep., adv.
Meaning: `at the same time (with), together (with)' (Il.).
Dialectal forms: Dor. ἁμᾶ, orig. instrum., s. Schwyzer 550. ἀμεῖ loc. Delphi. ἁμάκις· ἅπαξ, Κρῆτες H.; Tarent. ἁμάτις H.
Compounds: ἁμάμηλίς plant growing in the same time as the apple-tree, `medlar', = ἐπιμηλίς.
Derivatives: ἄμυδις (Aeol.) `together'.
Origin: IE [Indo-European] [902] *sem- `one'
Etymology: Prob. the zero grade of the root *sem-, *som- in εἷς, ὁμός; perhaps *sm̥h₂-, s. on ὁμός. On the s. Schwyzer 622 : 8; cf. Ruijgh on κάρτ-α, FS Leroy 1980,189ff. Vgl. 2. ἀμάομαι.
See also: ἄμαξα
Page in Frisk: 1,83

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄμα — ἄμᾱ , ἄμη shovel fem nom/voc/acc dual ἄμᾱ , ἄμη shovel fem nom/voc sg (doric aeolic) ἄμπ repose neut nom/voc/acc sg ἄ̱μᾱ , ἀμάω 1 reap corn imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἄ̱μᾱ , ἀμάω 1 reap corn imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμᾶ — ἅμα at once doric (indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμᾷ — ἅμα at once doric (indeclform adverb) ἁ̱μᾷ , ἁμός 1 fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅμα — at once indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμα — (Α ἅμα) Ι. (ως επίρρημα) (παροιμιώδης φράση) «ἅμ’ ἔπος ἅμ’ ἔργον», πάραυτα, αμέσως, παρευθύς, στη στιγμή και νεώτ. «εν τω άμα» και «ἐν τῷ ἅμα καὶ τό θάμα» αρχ. (κυρίως με άμεση αναφορά σε χρόνο) 1. αμέσως, συγχρόνως 2. με την ίδια σημασία… …   Dictionary of Greek

  • αμά — (I) (σύνδ.) βλ. μα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμμή με επίδραση τού αλλά και άλλων επιρρημάτων σε α, ή από επίδραση τού ιταλ. ma «αλλά, μα»]. (II) ἀμά, η λέξη μυκηναϊκή (από την Κνωσό) που σήμαινε πιθανώς «τη συγκομιδή» (a ma). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας.… …   Dictionary of Greek

  • ἀμά — ἀ̱μά , ἁμός 1 neut nom/voc/acc pl ἀ̱μά̱ , ἁμός 1 fem nom/voc/acc dual ἀ̱μά̱ , ἁμός 1 fem nom/voc sg (doric aeolic) ἡμός neut nom/voc/acc pl (aeolic) ἀμά̱ , ἡμός fem nom/voc/acc dual (aeolic) ἀμά̱ , ἡμός fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμα — σύνδεσμος χρονικός, όταν: Άμα τον είδε έτρεξε και τον αγκάλιασε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἅμᾳ — ἄμαι , ἄμη shovel fem nom/voc pl ἄμᾱͅ , ἄμη shovel fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμᾷ — ἀ̱μᾷ , ἁμός 1 fem dat sg (doric aeolic) ἀ̱μᾷ , ἀμάω 1 reap corn pres subj mp 2nd sg ἀ̱μᾷ , ἀμάω 1 reap corn pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) ἀ̱μᾷ , ἀμάω 1 reap corn pres subj act 3rd sg ἀ̱μᾷ , ἀμάω 1 reap corn pres ind act 3rd sg (epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμά — ἁ̱μά , ἁμός 1 neut nom/voc/acc pl ἁ̱μά̱ , ἁμός 1 fem nom/voc/acc dual ἁ̱μά̱ , ἁμός 1 fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.